κάτοικος


κάτοικος
[катикос] ουσ. житель, обитатель.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κάτοικος" в других словарях:

  • κάτοικος — inhabitant masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάτοικος — ο, η (ΑΜ κάτοικος) αυτός που έχει την κατοικία του σ έναν τόπο, αυτός που διαμένει σε κάποιο τόπο (α. «είναι μόνιμη κάτοικος Θεσσαλονίκης» β. «Θρᾳκῶν και Γαλατῶν πλήθος, ἐκ μὲν τῶν κατοίκων καὶ τῶν ἐπιγόνων», Πολ.) αρχ. (το αρσ. πληθ.) οἱ… …   Dictionary of Greek

  • κάτοικος — ο, η αυτός που κατοικεί σε κάποιον τόπο: Είναι κάτοικος Πατρών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατοικός — κατά ἔοικα as perf part act neut nom/voc/acc sg (ionic) κατά εἰκός like truth perf part act neut nom/voc/acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατοίκοις — κάτοικος inhabitant masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατοίκου — κάτοικος inhabitant masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατοίκους — κάτοικος inhabitant masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατοίκων — κάτοικος inhabitant masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάτοικοι — κάτοικος inhabitant masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάτοικον — κάτοικος inhabitant masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)